Εβδομάδα ή βδομάδα // Ουσιαστικό θηλυκού γένους. // είναι το χρονικό διάστημα των επτά συνεχόμενων ημερών (από την Κυριακή ως το Σάββατο), του οποίου η διαδοχική επανάληψη, ανεξάρτητα από το σύστημα των μηνών και των ετών, διαιρεί το χρόνο σε ίσες περιόδους.

...Weekend..................ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΜΕΣΟ ΜΕ.... ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΡΕΠΟΡΤΑΖ για Εναλλακτική Οικονομία • online

Οι περισσότεροι από εμάς δεν ζούμε τα όνειρά μας, επειδή ζούμε τους φόβους μας

Ειδήσεις

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Δεν ξεχνάμε τους αγωνιστές του λαού μας

Βάσω Δροσοπούλου
ΧΑΝΙΑ
Δεν ξεχνάμε τους αγωνιστές του λαού μας.

"Υποχρεωθήκαμε να παλέψουμε κάτω από απαράδεκτα άνισους όρους. Αλλά παρ' όλα αυτά αποδείχτηκε ότι το ΚΚΕ είναι κόμμα πατριωτικό με τίτλους εθνικούς, που κανένα άλλο κόμμα δεν έχει να παρουσιάσει. Γιατί στο βωμό της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της Ελλάδος έχει προσφέρει φοβερές εκατόμβες».
Νίκος Μπελογιάννης
Στις 19 Οκτωβρίου του 1951, στις 5 το απόγευμα, στο Εκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών που συνεδρίαζε στη μεγάλη αίθουσα του Εφετείου, στην οδό Σανταρόζα, άρχισε η πρώτη δίκη του Ν. Μπελογιάννη για παραβίαση του Α.Ν. 509/1947. 
Συγκατηγορούμενοί του, με την ίδια κατηγορία, ήταν 92 ακόμη σύντροφοί του κι ανάμεσά τους η Ελλη Ιωαννίδου, ο δημοσιογράφος Στάθης Δρομάζος, ο Στ. Γραμμένος, ο Ν. Σολωμός κ.ά.".

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Η καλλιέργεια μαργαριταριών από Έλληνες στην Αυστραλία

Από τα τέλη του 19ου αιώνα στο σήμερα

Καλύμνιοι λένε το τελευταίο αντίο σε δύτη τους στο νεκροταφείο του Μπρουμ. 
Ο άτυχος δύτης πνίγηκε αλιεύοντας μαργαριτάρια

15 October 2017
Το 1888, η τότε νεόδμητη πόλη του Μπρουμ, ήταν γεμάτη από Ιάπωνες, Μαλαισιανούς, Φιλιππινέζους, Ινδονήσιους και Κινέζους μετανάστες, οι οποίοι ξεπερνούσαν σε πληθυσμό τους Αβορίγινες και τους Ευρωπαίους κατοίκους. Ο λόγος ήταν τα πολύτιμα μαργαριτάρια στο εσωτερικών των γιγαντιαίων στρειδιών Pinctada Maxima, τα οποία βρίσκονταν διάσπαρτα μέσα στον ωκεανό. Το Μπρουμ γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη μέχρι και τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αποκτώντας τη φήμη ενός μέρους που μπορούσε κανείς να βγάλει μια μικρή περιουσία.
Ανάμεσα στους Ασιάτες που εργάζονταν εκεί ήταν και ένας Έλληνας, ο Αθανάσιος Αυγούστης, που έψαχνε για μια καλύτερη ζωή μακριά από την πατρίδα του, το Καστελόριζο. Ο Αθανάσιος, που άλλαξε το όνομά του σε Arthur στην Αυστραλία, ήταν ένας από τους πρώτους Έλληνες που εργάστηκε στον κλάδο των μαργαριταριών, σύμφωνα με τον Leonard Janiszewski, ιστορικό και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακουάρι. Μάλιστα, πολλοί από τους Έλληνες που ήρθαν στην Αυστραλία πριν από τη δεκαετία του 1940, προέρχονταν από το Καστελόριζο, σχηματίζοντας μια μικρή αλλά ενεργή κοινότητα. Ενδεικτικό είναι ότι στα τέλη του 19ου αιώνα, υπήρχαν περίπου 60 Έλληνες που εργάζονταν στο Μπρουμ, είτε ως δύτες είτε επισκευάζοντας σκάφη.
Ο Μεγάλος Πόλεμος ουσιαστικά εκμηδένισε τη ζήτηση μαργαριταριών από την Ευρώπη, με αποτέλεσμα η βιομηχανία να υποστεί μεγάλο πλήγμα. Παρ' όλα αυτά, το 1919, ένας Έλληνας έμπορος που έφτασε στο βoρειοδυτικό τμήμα της Αυστραλίας, επένδυσε σε ένα σκάφος που έμελλε να ξεκινήσει τη μεγαλύτερη δυναστεία μαργαριταριών στην ιστορία της χώρας.
Ο Θεοδόσης Πασπάλης εγκαταστάθηκε στην πόλη Πίλμπαρα του Port Hedland, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί εμπορικά τα μαργαριτάρια. Μπορεί ο ίδιος να έζησε μόλις πέντε χρόνια αφότου έφτασε στην Αυστραλία, τα τρία παιδιά του, όμως, Μαρία, Μιχάλης και Νικόλας, συνέχισαν να χτίζουν το όνειρό του.
Η Μαρία παντρεύτηκε στο Fremantle, όμως όταν ο σύζυγός της, Χριστόφορος Ντάκας, έχασε τη ζωή του από ηλεκτροπληξία σε κάποιο ατύχημα, αποφάσισε να μετακομίσει στο Μπρουμ, όπου και έγινε μια από τις πρώτες και ελάχιστες γυναίκες της Δυτικής Αυστραλίας, που ασχολήθηκαν με τη βιομηχανία μαργαριταριών. Εκεί έφτιαξε το δικό της στόλο από πέντε σκάφη, ανάμεσα στα οποία και το Kestrel Mannina που κατασκεύασε ο γιος της, Μανώλης, στην παραλία του Μπρουμ. Η Μαρία Ντάκα ξεχώρισε επαγγελματικά σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο παρά τις αντιλήψεις που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Σύμφωνα με τον ιστορικό Leonard Janiszewski, είχε την ικανότητα να επιβάλλεται στα πληρώματα των σκαφών της με τα οποία ερχόταν πολύ συχνά σε σύγκρουση, αποκτώντας τη φήμη μιας ιδιαίτερα σκληρής γυναίκας.
Το πέρας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου έφερε τον αποκλεισμό των δυτών ιαπωνικής καταγωγής από την Αυστραλία. Αυτό το γεγονός συνέπεσε με την εμφάνιση συνθετικών σφουγγαριών στην Ευρώπη που οδήγησε στην ανεργία αρκετούς Καλύμνιους σφουγγαράδες. Έτσι, αρκετοί δύτες από την Κάλυμνο μετανάστευσαν στο Μπρουμ και το Ντάργουιν, ελπίζοντας να αξιοποιήσουν τις ικανότητές τους στην αλιεία μαργαριταριών. Όμως οι Έλληνες δύτες δεν ήταν συνηθισμένοι στις μεγάλες και ιδιαίτερα επικίνδυνες παλίρροιες του Βορά. Ένα σοβαρό ατύχημα ήταν ο θάνατος του Χρήστου Κοντογιάννη που έχασε τη ζωή του από ασφυξία όταν το καλώδιο από το οποίο έπαιρνε αέρα, μπλέχτηκε στην προπέλα του πλοίου μέσα στα θολά νερά του Μπρουμ. Η κηδεία του, στην οποία βρέθηκε και η Μαρία Ντάκα, έγινε με ελληνικό άρωμα και μοιρολόγια, παρ' ότι ο άτυχος σφουγγαράς βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα του.
Μια ιστορία που απασχόλησε στον Τύπο της εποχής όχι μόνο σε τοπικό, αλλά και σε εθνικό επίπεδο, είχε να κάνει με την κλοπή ενός πολύτιμου μαργαριταριού στο Kestrel Mannina, από δύο μέλη του πληρώματος. Μετά την πώληση του μαργαριταριού στο Λονδίνο, η Interpol ακολούθησε τα ίχνη του μέχρι και το Μπρουμ της Αυστραλίας, με τους δράστες να καταλήγουν στη φυλακή. Η Μαρία Ντάκα, όμως, δεν πήρε απλά το μαργαριτάρι της πίσω, αλλά βρήκε και τον έρωτα στα μάτια ενός αστυνομικού της Interpol τον οποίο και παντρεύτηκε.
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, η ευρεία διάδοση του πλαστικού προκάλεσε μεγάλες απώλειες στη βιομηχανία των μαργαριταριών, αναγκάζοντας τη Μαρία Ντάκα να πουλήσει το στόλο της. Παρ' όλα αυτά, ο νεότερος αδελφός της, Νικόλας Πασπάλης, δεν το έβαλε κάτω και κατάφερε να διατηρήσει τη βιωσιμότητα της επιχείρησής του μέσω της καλλιέργειας μαργαριταριών με τεχνικές που εισήγαγε από την Ιαπωνία.
Εκείνη την εποχή, η συνεργασία με τους έμπειρους Ιάπωνες τεχνίτες που είχαν το μονοπώλιο στις καλλιέργειες μανιταριών θεωρείτο αναγκαία. Όμως, ένας ακόμη Ελληνοαυστραλός, ο Denis George, ανακάλυψε σε Βιβλιοθήκη του Σίδνεϊ την ξεχασμένη μελέτη του υδροβιολόγου William Saville-Kent, ο οποίος είχε εξελίξει τεχνικές καλλιέργειας μαργαριταριών στη Δυτική Αυστραλία από τη δεκαετία του 1890. Ο Denis George αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του στην εξέλιξη αυτών των τεχνικών, προσπαθώντας να εδραιώσει μια βιομηχανία πλήρως αυστραλιανής καλλιέργειας μαργαριταριών. Ο πρώτος που έκανε πράξη αυτές τις τεχνικές, εκπαιδεύοντας τους εργάτες του, ήταν ο επίσης Ελληνοαυστραλός Michael Kailis, τη δεκαετία του 1970 στο Μπρουμ.
Σήμερα, τα παιδιά του Νικόλα Πασπάλη κατέχουν το 60% της καλλιέργειας μαργαριταριών στην Αυστραλία, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση που ξεκίνησε ο παππούς τους Θεοδόσης Πασπάλης και η θεία τους Μαρία Ντάκα, διατηρώντας ένα ελληνικό όνομα στην πρώτη γραμμή της βιομηχανίας μαργαριταριών της Αυστραλίας.
*Το αρχικό άρθρο δημοσιεύεται εδώ:
**Περισσότερες πληροφορίες για την οικογένεια Paspaley:

http://www.sbs.com.au/yourlanguage/greek/el/article/2017/05/30/greeks-and-indigenous-australians-working-together-pearl-industry?language=el

____________

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

12 ΟΚΤΩΒΡΗ: Η (ανολοκλήρωτη) Απελευθέρωση...

  12 ΟΚΤΩΒΡΗ: Η (ανολοκλήρωτη) Απελευθέρωση...  

 Γράφει ο Νίκος Μπογιόπουλος // Στον "Ημεροδρόμο"

«Ώρα έντεκα π.μ. – Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΕΙ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΜΑΣ – Οι Γερμανοί εκκενώνουν οριστικά την πρωτεύουσα – Ο γερμανός διοικητής και όλο το στρατηγείο του Λυκαβηττού ανεχώρησαν – Η Αθήνα κηρύχτηκε ανοχύρωτη.

Πριν φύγουν και οι τελευταίοι Ούννοι ο λαός ξεχύθηκε με σημαίες και ζητωκραυγές στους δρόμους. Απ’ το Πανεπιστήμιο, απ’ τις Τράπεζες, απ’ όλα τα κέντρα οι τηλεβόες του ΕΛΑΣ σαλπίζουν το χαρμόσυνο μήνυμα. Οι συνοικίες σε παραλήρημα ενθουσιασμού ετοιμάζονται για το μεγάλο γιορτασμό. Στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη αντιπροσωπείες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατέθεσαν στεφάνι. Έξαλλος από τον ενθουσιασμό ο συγκεντρωμένος κατά χιλιάδες λαός ζητωκραύγαζε. Δακρύζοντας οι πολίτες αγκάλιαζε ο ένας τον άλλο (…). Η γερμανική σημαία κατέβηκε απ’ την Ακρόπολη και τα τελευταία γερμανικά τμήματα έφυγαν το πρωί απ’ την Αθήνα» (Ριζοσπάστης, 12/10/1944).
Ήταν ημέρα Πέμπτη και τότε, πριν από 73 χρόνια, όταν το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ απελευθέρωναν την Αθήνα από την μπότα του ναζί κατακτητή.
Ηταν μια συγκλονιστική μέρα.
Την επομένη της λαοπλημμύρας στην πρωτεύουσα το κλίμα της γιορτής της Απελευθέρωσης μεταφέρεται από τον Τύπο σε όλη την Ελλάδα. Υπό τον τίτλο «ΛΕΥΤΕΡΙΑ! ΛΕΥΤΕΡΙΑ! Η ΑΘΗΝΑ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ», ο «Ριζοσπάστης» γράφει:
«Χάθηκε το βρωμερό κουρέλι του φασισμού απ’ την Ακρόπολη. Τούτο το σύνθημα περίμενε η Αθήνα. Η μπαρουτοκαπνισμένη Αθήνα, που γνώρισε την πείνα και το βόλι του κατακτητή, το στιλέτο του προδότη, η αδάμαστη Αθήνα, που τρία χρόνια πάλεψε, ξεχύθηκε ζωντανή ανθρωποθάλασσα να διαλαλήσει τη Νίκη, να γιορτάσει τη Λευτεριά της. Πέντε λεφτά φτάσανε για να κολυμπήσει όλη η πόλη στο γαλάζιο. Για ν’ ανέβουν οι ΕΠΟΝίτες στα καμπαναριά και ν’ αντηχήσουν χαρούμενα οι καμπάνες. Διαδηλώσεις, που πρώτη φορά βλέπει η Αθήνα, ξεχύνονται από παντού. Από το Σύνταγμα ως την Ομόνοια ένα ρεύμα είναι ο κόσμος. Γελούν, δακρύζουν, αγκαλιάζονται. Λευ-τε-ρω-θή-κα-με ! Νι-κή-σα-με !
Και πάνω απ’ όλα, μια φωνή που αγκαλιάζει όλη την Αθήνα, που κλείνει όλους τους σκληρούς τρίχρονους αγώνες, όλη την πίστη στη λευτεριά, όλη τη χαρά της Νίκης:
Ε-Α-Μ ! Ε-Α-Μ ! (…). Ανεβασμένοι στ’ αυτοκίνητα, ρίχνουν οι ΕΑΜίτες τα συνθήματα, που τ’ αρπάζει με μια φωνή ο κόσμος και τα κάνει βουή και σάλπισμα για να φτάσουν απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας. Κανένα άσυλο στους προδότες! Λευτεριά – Λαοκρατία!(…) ΕΛΑΣίτες περνούν σ’ αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Ακράτητος ο κόσμος τους κυκλώνει: Ζήτω ο Λαϊκός Στρατός! Ζήτω ο Στρατός της Λευτεριάς μας! Το δίκοχο του ΕΛΑΣίτη, όπου εμφανιστεί, ξεσηκώνει θύελλα ενθουσιασμού. (…) το πένθιμο εμβατήριο αντηχεί από χιλιάδες στόματα που υπόσχονται πίστη στον αγώνα, το τελικό τσάκισμα του Φασισμού και τη Λαοκρατία (…)».
Ανάμεσα στα εκατομμύρια των πατριωτών που ξεχύθηκαν στους δρόμους και ζητωκραύγαζαν το θάνατο του αγκυλωτού του φασισμού, κάποιοι ισχυρίζονται ότι «ήταν και αυτοί εκεί». Είναι οι ίδιοι που προσπαθούν να κρύψουν την απουσία των προγόνων τους και τη δική τους πίσω από την «αθώα» φρασούλα: «Τότε όλοι οι Έλληνες ήταν μαζί»…. Όμως:
1) Άλλο πράγμα ο ελληνικός λαός που πολεμούσε τους Γερμανούς στις πόλεις και στα βουνά, κι άλλο πράγμα εκείνοι που είχαν πάρει τον «πατριωτισμό» τους – μαζί με το χρυσό της χώρας – και τον είχαν φυγαδεύσει στα ασφαλέστατα «χαρακώματα» του Καΐρου και του Λονδίνου.
2) Άλλο πράγμα ο ελληνικός λαός που μαχόταν το ναζισμό διεκδικώντας για αντίτιμο μια Ελλάδα της λευτεριάς, της δημοκρατίας και της λαϊκής αναδημιουργίας, κι άλλο πράγμα εκείνοι που το 1944 έσπευδαν να συνταχθούν με τη «εξόριστη» βασιλική κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Ήταν, μάλιστα, τόσο «διαθέσιμοι» στην υπηρεσία των Ανακτόρων, που για το λόγο αυτό «βραβεύονταν» με την ανάθεση ρόλου πρωθυπουργού της «κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητας».
3) Άλλο πράγμα το ΕΑΜ κι άλλο εκείνοι που συνεργάστηκαν με τον Χίτλερ, οι δοσίλογοι, οι ταγματασφαλίτες και οι γερμανοντυμένοι. Στους οποίους, αν και προδότες, οι του Καΐρου και του Λονδίνου, όταν επέστρεψαν, στο πλαίσιο της «εθνικής τους ενότητας», επιδαψίλευσαν τιμές και αξιώματα…
4) Άλλο πράγμα αυτοί που πολεμούσαν και τραγουδούσαν «το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ τη πείνα, θα μας σώσει κι από τη σκλαβιά» κι άλλο πράγμα οι «παπατζήδες»που (στις 2-5-1944) σε ομιλία τους στην Αλεξάνδρεια, παρουσία των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού, έκαναν λόγο για τη «βρωμιά του ΕΑΜ»!
5) Άλλο πράγμα αυτοί που πολέμησαν τον Χίτλερ και με τα ίδια όπλα πολέμησαν τον Τσόρτσιλ και τον Βαν Φλιτ, κι άλλο εκείνοι που για να καταπνιγεί κάθε εγχείρημα λαϊκής κυριαρχίας στον τόπο τηλεγραφούσαν στον Τσόρτσιλ τα εξής:«Δύναμαι να σας διαβεβαιώσω ότι η σταθερότης της ελληνικής κυβερνήσεως θα διατηρηθεί πλήρως κατά τας επικείμενους κρίσιμους στιγμάς. Δεν γνωρίζω τους λόγους διά την απουσία της Βρετανίας. Μόνον η άμεσος παρουσία εντυπωσιακών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και ως τας τουρκικάς ακτάς θα ήτο δυνατό να μεταβάλει την κατάστασιν» (Γεώργιος Παπανδρέου, 22/9/1944, τηλεγράφημα προς τον Τσόρτσιλ).
6) Άλλο πράγμα αυτοί που έδωσαν την ψυχή, την καρδιά και το αίμα τους για τη λευτεριά της Ελλάδας και για τη σωτηρία του λαού, κι άλλο οι μαυραγορίτες, τα κόμματά τους και οι εφημερίδες που έφταναν να δίνουν ακόμα και το παράγγελμα των εκτελεστικών αποσπασμάτων (!), αυτοί που κράδαιναν ενάντια στο μεγαλειώδες κίνημα της Αντίστασης τη «νομιμότητα» του κατακτητή και των ντόπιων οργάνων του και έγραφαν: «Καλώς συνετάγη ο νόμος που τιμωρεί με θάνατο τους Ελληνες υπηκόους όσοι μετέχουν σε πολεμικές εχθροπραξίες κατά των Γερμανών» («Καθημερινή», 1/6/1941).
7) Άλλο πράγμα οι εκτελεσμένοι στον τοίχο της Καισαριανής κι άλλο πράγμα οι «Τσολάκογλου» και οι «Ραλληδες». Άλλο πράγμα ο Έκτωρ Τσιρονίκος, ο δοσίλογος και συνεργάτης των Γερμανών επί Κατοχής. Ο αντιπρόεδρος στη γερμανοδιορισμένη «κυβέρνηση» του Ιωάννη Ράλλη, της κυβέρνησης δηλαδή των γερμανοτσολιάδων που ίδρυσε τα «Τάγματα Ασφαλείας». Κάτι τέτοιοι σαν τον Τσιρονίκο, με τέτοια «πατριωτική» προϋπηρεσία, είναι που απαρτίζουν τους «ήρωες» της Χρυσής Αυγής. Έτσι, στο περιοδικό της Χρυσής Αυγής, στη δεύτερη σελίδα, μέσα σε ειδικό πλαίσιο ώστε να τονίζεται ευδιάκριτα ο ναζισμός τους, δημοσιεύτηκε κείμενο (τεύχος Δεκέμβρη 1983) υπό τον τίτλο «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ», το οποίο καταλήγει ως εξής: «Γιατί ΕΜΕΙΣ, μόνο ΕΜΕΙΣ είμαστε ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΕΣ, μελλοντικοί ανατροπείς της διαφθοράς, μελλοντικοί Δημιουργοί της Πολιτείας του Ήλιου, της Πολιτείας του Ελληνικού Μεγαλείου, της ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ».
Η υπογραφή του εν λόγω δημοσιεύματος (και μάλιστα με κεφαλαία γράμματα) είναι: «ΕΚΤΩΡ ΤΣΙΡΟΝΙΚΟΣ».
Να λοιπόν που η Ιστορία και η αλήθεια είναι πεισματάρικα πράγματα. Και επιμένουν: Όπως και σήμερα, έτσι και τότε, «μαζί» και «ενωμένος» στον αγώνα για την Απελευθέρωση και στη γιορτή για την Απελευθέρωση ήταν, πράγματι, ο ελληνικός λαός. Οι δοσίλογοι και οι πατριδοκάπηλοι ήταν – και θα είναι πάντα – στην άλλη μπάντα.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που στην Ελλάδα η 12η Οκτωβρίου, η ημέρα της Απελευθέρωσης της Αθήνας και της Ελλάδας – που έμελλε να μείνει μια ανολοκλήρωτη απελευθέρωση για τον λαό και τον τόπο – είναι μια «ξεχασμένη» επέτειος για την άρχουσα τάξη και το κράτος της.
Και έχουν απόλυτο δίκιο. Για ποιο πράγμα να γιορτάσουν αυτοί, άλλωστε; Τι να γιορτάσουν; Την απουσία τους από τον αγώνα του ελληνικού λαού για την λευτεριά του; Την προδοσία τους και τη συνεργασία τους με τον κατακτητή; Ή την κατοπινή τους πρόσδεση με τον ευρωατλαντισμό; 

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Φοίβος Ταξιάρχης πέρασαν δέκα χρόνια που έφυγε από την ζωή, στις 11 Οκτωβρίου 2007 στην Αθήνα

  ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ // ΓΡΑΜΜΑΤΑ 
 Φοίβος Ταξιάρχης  - 1926 – 2007


Βιογραφία
Έλληνας ηθοποιός, με πολυσχιδή δραστηριότητα, καλλιτεχνική, συνδικαλιστική και πολιτική.
Ο Φοίβος Ταξιάρχης (Ταξιάρχης Κόλλιας, το πραγματικό του όνομα) γεννήθηκε το 1926 στην Καλοσκοπή Φωκίδας. Την περίοδο της Κατοχής, όντας μαθητής, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ. Το 1944 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές και το 1947 γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών παράλληλα με τη φοίτησή του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1949, αμέσως μετά την αποφοίτησή του προσελήφθη στο Εθνικό Θέατρο, αλλά στρατεύτηκε έως το 1951.
Την ίδια χρονιά πραγματοποίησε την πρώτη θεατρική του εμφάνιση στο ρόλο του Κινησία στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, που ανέβασε ο «Θυμελικός Θίασος» του Λίνου Καρζή με την Κυβέλη στον ομώνυμο ρόλο. Τον επόμενο χρόνο συμμετείχε στις πρώτες, μεταπολεμικές,«Δελφικές Γιορτές» που είχε καθιερώσει ο Άγγελος Σικελιανός, παίζοντας τους ρόλους «Κράτος» και «Ωκεανός» στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου.
Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τους θιάσους του Βασίλη Διαμαντόπουλου, της Κυβέλης, του Μίμη Φωτόπουλου, με το «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν, με το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη και άλλους θιάσους. Με το «Πειραϊκό Θέατρο» του Δημήτρη Ροντήρη περιόδευσε στο εξωτερικό, παίζοντας ρόλους του αρχαίου δράματος.
Υπήρξε ιδρυτικό και διευθυντικό στέλεχος του πρώτου στην Ελλάδα εταιρικού θιάσου «Άρμα Θεάτρου», τη λειτουργία του οποίου ανέστειλε η χούντα. Την περίοδο 1971-1973 συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο.
Μετά τη δικτατορία είχε την πρωτοβουλία για την ανασύσταση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ) που είχε διαλυθεί το 1967 από τη δικτατορία. Έλαβε μέρος στους επαγγελματικούς αγώνες του κλάδου του και εκλέχτηκε αρκετές φορές μέλος του διοικητικού του συμβουλίου με την παράταξη του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το τέλος της ζωής του. Επίσης, ήταν υποψήφιος με το ΚΚΕ σε βουλευτικές και αυτοδιοικητικές εκλογές.
Το 1976 ίδρυσε τον εταιρικό θίασο «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες», με το οποίο παρουσίασε συνολικά 15 άπαιχτα έργα από τη νεοελληνικό θεατρικό ρεπερτόριο, στα περισσότερα από τα οποία είχε την ευθύνη της σκηνοθεσίας («Κολοκοτρώνης» του Βασίλη Ρώτα, «Χάσης» του Δημητρίου Γουζέλη, «Μαρία Πενταγιώτισσσα» του Μποστ, «Πέρα από τον ίσκιο των κυπαρισσιών» του Γιάννη Ρίτσου κ.ά.). Ο θίασος διαλύθηκε το 1986 για οικονομικούς λόγους. Έκτοτε συνέχισε τη θεατρική του πορεία συνεργαζόμενος με Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα (ΔΗΠΕΘΕ).
Από μαθητής ακόμα της δραματικής σχολής συνεργάστηκε με πολλές εκπομπές θεάτρου, λόγου και τέχνης στο ραδιόφωνο, όπου και σκηνοθέτησε πολλά νεοελληνικά έργα. Έπαιξε σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες («Αστραπόγιαννος», «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», «Η Φόνισσα» «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο») και τηλεοπτικές σειρές («Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Αρραβωνιάσματα», «Φωτεινή Ζάρκου»), καθώς και στο ελληνογιουγκοσλαβικό τηλεοπτικό οδοιπορικό «Πλάκα - Σκαρντάλιε».
Δίδαξε υποκριτική σε δραματικές σχολές και τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις.
Ο Φοίβος Ταξιάρχης πέθανε στις 11 Οκτωβρίου 2007 στην Αθήνα, σε ηλικία 81 ετών. Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, ήταν πολιτική κι έγινε στο νεκροταφείο της Καισαριανής, υπό τους ήχους κλασικής μουσικής.

~~~~~~~~~~~~~~

* Τον γνώρισα την δεκαετία του '90, όταν ήρθε στα γραφεία του περιοδικού "ΥΦΟΣ" στην Αριστείδου στην πλατεία Κλαυθμώνος, έχοντας τα νέα του βιβλία που είχε εκδώσει ο φίλος Ζώης Μπενάρδος εκδόσεις "Δρόμος" που ήθελε να παρουσιάσουμε τόσο στο περιοδικό όσο και στο "Ράδιο Αττική" 99,4 FM, στην εκπομπή "Πολιτισμικές αναζητήσεις" που είχαμε κάθε Κυριακή πρωί στις 10.00 με 11.00, με την δημοσιογράφο Μαίρη-Γιώτα Φιορεντίνου που έκανε τις συνεντεύξεις με τους συγγραφείς. Ο Φοίβος Ταξιάρχης ήταν ένας σεμνός εργάτης του πνεύματος, προοδευτικών αντιλήψεων που σε κέρδιζε αμέσως συζητώντας μαζί του, τον φέρνω τώρα στο μυαλό μου αν και έχουν περάσει κοντά στα είκοσι χρόνια  θυμάμαι την ωραία κουβέντα που είχαμε επί μακρόν.
Πάνος Αϊβαλής
~~~~~~~~~~~~~~~

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

ΖΗΤΑΝΕ ένα κομμάτι ψωμί για να μην πεθάνουν απ’ την πείνα. Μία μεγάλη, μία τεράστια ντροπή… // (Δεν συμβαίνει μόνο στην Αθήνα. Εξαπλώνεται παντού...



ΖΗΤΑΝΕ ένα κομμάτι ψωμί για να μην πεθάνουν απ’ την πείνα. Μία μεγάλη, μία τεράστια ντροπή… // (Δεν συμβαίνει μόνο στην Αθήνα. Εξαπλώνεται παντού... Όμως, ο επιχειρηματίας κύριος Λεμπιδάκης, δίνει 1.000.000 ευρώ για τα περιπολικά της αστυνομίας, | θ' ακολουθήσουν και άλλα εκατομμύρια για τα περιπολικά της δημοσιογραφίας, να κάνουν κι εκείνα "πολύ καλά τη δουλειά τους"...| προφανώς για να αισθάνεται πιο ασφαλής ο κύριος Σάλλας στον οποίο παρέδωσε την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα που έφτιαξαν με τον ιδρώτα και την περιουσία τους ο Κρητικοί. Τα αρπαχτικά έχουν πάντα την σιδερένια προστασία των μηχανισμών του άθλιου αστικού κράτους, και εκείνο πάλι χωρίς τα αρπαχτικά δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο κατασπαράσσουν το λαό... Έτσι συμβαίνει στην Ελλάδα, έτσι και σε κάθε χώρα με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση...
 -Δ.Τζ.)
~~~~~~
Του ΠΟΛΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

ίναι πικρό να περπατάς στους δρόμους της Αθήνας, σήμερα. Είναι θλιβερό να προσπερνάς ανθρώπους που μονίμως σε κοιτάζουν με το χέρι απλωμένο. Που μονίμως η λέξη “σε παρακαλώ” βρίσκεται στα χείλη τους. Που μονίμως μια αγωνία είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Είναι δύσκολο να συνηθίσει κανείς τη νέα πραγματικότητα. Δεν συνηθίζεται. Η εικόνα αυτή μπορεί να γίνει ένα έργο τέχνης από κάποιον ταλαντούχο ζωγράφο. Αλλά όχι, δεν συνηθίζεται στην πράξη. Είναι ένα γεγονός που εξελίσσεται σαν η πιο βαθιά ρυτίδα του Ελληνισμού, που δεν θα σβήσει ποτέ .."
Τους βλέπεις παντού. Στους δρόμους. Στα πεζοδρόμια. Στις στροφές. Στις στάσεις των λεωφορείων. Έξω απ’ τις εκκλησίες. Στα τρένα. Στις καφετερίες. Στα παγκάκια. Στα πάρκα. Μέσα κι έξω απ’ το Μετρό. Έξω απ’ το σπίτι σου. Στα φανάρια. Χειμώνα-καλοκαίρι. Τους βλέπεις. Είναι Έλληνες. Είναι μετανάστες. Είναι νόμιμοι. Είναι παράνομοι. Μικροί και μεγάλοι. Είναι ο γείτονάς σου. Είναι ο συγγενής σου. Είναι ο άνθρωπος που καταστράφηκε με τούτη την οικονομική κρίση. Είσαι εσύ. Είμαι εγώ… 
- Άλλοι ζητάνε ένα κομμάτι ψωμί για να μην πεθάνουν απ’ την πείνα. Άλλοι ζητάνε ένα ευρώ για να αγοράσουν ναρκωτικά. 
- Άλλοι ζητάνε ένα ευρώ για να το δώσουν στο αφεντικό τους που παραμονεύει στη γωνία, γιατί αλλιώς δεν θα τους δώσει να φάνε το βράδυ. 
- Είναι κάποιες κοπέλες που γίνονται έρμαια των νταβατζήδων για να μην τις σκοτώσουν, αν μέχρι το βράδυ δεν φέρουν εκατό ευρώ… 
- Είναι το μικρό παιδάκι, που άντε να ‘ναι -το πολύ- 4 ετών, που χάνεται μέσα στα βαγόνια του τρένου με ένα μικρό ακορντεόν… 
- Υπάρχουν κι άλλοι που δεν ζητάνε. Υπάρχουν κάποιοι που πεινάνε αλλά δεν ζητάνε. Αυτοί που ντρέπονται να ζητήσουν. Αυτοί που απλώς ανακατεύουν τα σκουπίδια. Ειδικά τα βράδια, μόλις οι ένοικοι των διαμερισμάτων της μεγάλης κι απρόσωπης Αθήνας τοποθετήσουν τις σακούλες με τα σκουπίδια στα πεζοδρόμια… Τότε που κάποιοι άλλοι αμολιούνται στους δρόμους να προλάβουν ένα μισοφαγωμένο φρούτο, ένα αφάγωτο σάντουιτς, μια σάπια ντομάτα.
Ό,τι περίσσεψε, ό,τι πέταξε κάποιος άγνωστος στα σκουπίδια… 
Η Ελλάδα του 2017.
Η Ελλάδα του Πολιτισμού.
Η Ελλάδα των δέκα εκατομμυρίων.
Η Ελλάδα του Σεφέρη. Του Αισχύλου. Του Γκάτσου. Του Χατζιδάκι. 
Η Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων. 
Η Ελλάδα των δέκα εκατομμυρίων Ελλήνων της Διασποράς. 
Η Ελλάδα του Μίκη Θεοδωράκη. 
Η Ελλάδα, η χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία…
Ώρες-ώρες απορώ πώς δεν απέκτησε φωνή ο Παρθενώνας. 
Απορώ πώς καταφέρνει να έχει το στόμα του κλειστό, την ώρα που παρακολουθεί από την Ακρόπολη τις τραγωδίες των σύγχρονων Ελλήνων…
Πώς δεν ούρλιαξε ακόμα να ακούσει η ανθρωπότητα…
> Είναι πικρό να περπατάς στους δρόμους της Αθήνας, σήμερα.
> Είναι θλιβερό να προσπερνάς ανθρώπους που μονίμως σε κοιτάζουν με το χέρι απλωμένο. Που μονίμως η λέξη “σε παρακαλώ” βρίσκεται στα χείλη τους.
Που μονίμως μια αγωνία είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους.
Είναι δύσκολο να συνηθίσει κανείς τη νέα πραγματικότητα. 
Δεν συνηθίζεται.
Η εικόνα αυτή μπορεί να γίνει ένα έργο τέχνης από κάποιον ταλαντούχο ζωγράφο. Αλλά όχι, δεν συνηθίζεται στην πράξη. Είναι ένα γεγονός που εξελίσσεται σαν η πιο βαθιά ρυτίδα του Ελληνισμού, που δεν θα σβήσει ποτέ…
Αυτή η ρυτίδα έγινε βαθύ ποτάμι όταν χθες το απόγευμα, λίγο πριν σουρουπώσει, ένας ογδοντάχρονος Έλληνας με γκρίζο καλοσιδερωμένο παντελόνι και καθαρό λευκό πουκάμισο, πλησίασε στο τραπέζι μας την ώρα που απολαμβάναμε ανέμελοι τον καφέ μας σε μια συνοικιακή καφετερία. Τον είδαμε από μακριά να κατηφορίζει με βήμα γοργό, με το κεφάλι σκυμμένο στο πάτωμα, να διασχίζει τα άδεια τραπέζια, να πλησιάζει, και με χαμηλή φωνή να μας λέει: «Σας παρακαλώ, η σύνταξή μου είναι τόσο μικρή, που δεν μου περισσεύουν χρήματα να φάω. Ούτε καν για το ενοίκιό μου. Σας ζητώ συγγνώμη που αναγκάζομαι να ζητήσω τη βοήθειά σας». Και καθώς ένας από τη συντροφιά μας του έδωσε ένα κέρμα, ο ηλικιωμένος κύριος έσφιξε τη μικρή βοήθεια στη χούφτα του, μας ψιθύρισε ένα “ευχαριστώ”, κι έφυγε βιαστικά, με το κεφάλι χαμηλωμένο ακόμα πιο πολύ και χάθηκε… Εκείνη την ώρα, δεν ένιωσα τίποτα άλλο παρά μιαν απέραντη ντροπή για την κοινωνία. Μια μεγάλη, μια τεράστια ντροπή…
Πηγή: /mignatiou 
~~~~~~~~~~~~
Σχόλια


Μπάμπης Δάτσιος Στην Ελλάδα Δημήτρη δεν γίνονται σεισμοί.
Προέρχονται από τις δονήσεις των οστών από τους προγόνους μας.



Μου αρέσει!Δείτε περισσότερες αντιδράσεις · Απάντηση · 4 · 1 ώρα · Τροποποιήθηκε

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

ΕΦΥΓΕ σήμερα το πρωί από τη ζωή η σπουδαία θεατρική συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη



ΕΦΥΓΕ σήμερα το πρωί από τη ζωή 
η σπουδαία θεατρική συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη.

H Λούλα Αναγνωστάκη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 13/12/1928* με καταγωγή από πατέρα από το Ρέθυμνο (χωριό Ρούστικα) και ήταν μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Η Λούλα Αναγνωστάκη σπούδασε και πήρε πτυχίο από τη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Παντρεύτηκε (σε δεύτερο γάμο) τον συγγραφέα και καθηγητή ψυχιατρικής Γιώργο Χειμωνά και είναι η μητέρα του συγγραφέα Θανάση Χειμωνά, (πρώτος γάμος με τον κριτικό θεάτρου Μηνά Χρηστίδη).
Η νεκρώσιμος ακολουθία θα τελεστεί την Τρίτη 10/10 στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών στις τέσσερις το μεσημέρι. 
~~~
Eμφανίστηκε στο θέατρο το 1965 με την «Τριλογία της πόλης» («Η διανυκτέρευση», «Η πόλη», «Η παρέλαση»), που παρουσίασε σε ενιαία παράσταση στο Θέατρο Τέχνης ο Κάρολος Κουν. Το Φεβρουάριο του 1967 ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο το τρίπρακτο έργο της «Η συναναστροφή», σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Ακολούθησαν: «Αντόνιο ή το Μήνυμα» (1972), «Η νίκη» (1978), «Η κασέτα» (1982), «Ο ήχος του όπλου» (1987), όλα από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν.
Το 1990 ο θίασος Τζένης Καρέζη - Κώστα Καζάκου παρουσίασε το «Διαμάντια και μπλουζ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου. Το 1995 ανέβηκε το «Ταξίδι μακριά» από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτο «Ο ουρανός κατακόκκινος» από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το «Σ' εσάς που με ακούτε» από τη Νέα Σκηνή, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή.
Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη έχουν, επίσης, παρουσιαστεί από αθηναϊκούς θιάσους και Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, καθώς και στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, Ισπανία, ΗΠΑ).
Η Αναγνωστάκη αποτυπώνει επί σκηνής το εσωτερικό τοπίο του σύγχρονου Έλληνα και τις μεταβολές του υπό την επίδραση της Ιστορίας. Πραγματεύτηκε τα σημαντικότερα θέματα της μεταπολεμικής περιόδου στη χώρα μας, όπως το τραύμα, η ενοχή, η μοναξιά και η ήττα. Παρακολουθώντας την εξέλιξη της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, η Αναγνωστάκη συγκεντρώνει την προσοχή της στον εγκλωβισμό των ανθρώπων και στα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου: τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας και το αίσθημα ασφυξίας του ατόμου.
~~~~~~
Η Λούλα Αναγνωστάκη αυτοβιογραφείται στη LIFO, στον Σταύρο Διοσκουρίδη.
(Σε μια από τις ελάχιστες, συνεντεύξεις της, η κορυφαία θεατρική συγγραφέας της Ελλάδας που πέθανε σήμερα, μίλησε με πρωτοφανή ειλικρίνεια και απλότητα):
"Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Στην Αγία Σοφία. Τότε που άνθιζε ο πόλεμος. Πολύ μικρή, αλλά τον θυμάμαι. Tον Eμφύλιο τον έζησα, μεγάλωσα μέσα από αυτόν. Σχολείο πήγα εκεί. Ήμουν καλή, αλλά όχι πρώτη μαθήτρια. Πέρασα Νομικά στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήθελα με τίποτα να γίνω δικηγόρος. Πήρα το πτυχίο, πήρα και το χαρτί από τον Άρειο Πάγο, έτσι, για να μη λένε. Μου φαινόταν σαχλό σκηνικό το δικαστήριο. Όλη αυτή η σοβαροφάνεια, το να φορέσεις καλό σακάκι, αυτό, το άλλο. Γελούσα με κάτι τέτοια, ενώ οι συμφοιτητές μου το έβρισκαν φυσικό.
Παντρεύτηκα στην Αθήνα κι έμεινα εκεί. Αλλά τότε δεν λογάριαζα πόλεις ή πού θα μείνω. Απλώς επέλεξα την Αθήνα. Μετά την ανακάλυψα σιγά σιγά και μου άρεσε πάρα πολύ.
Στην οικογένεια γράφαμε πάντα κρυφά ο ένας από τον άλλο. Ο γιος μου ο Θανάσης μόνο δημοσιευμένα τα δείχνει. Το ίδιο έκανε και ο αδερφός μου, ο Μανόλης. Περίεργος άνθρωπος ο Μανόλης. Είχε έναν κρυμμένο δυναμισμό. Τον έπιανε ο ενθουσιασμός, αλλά τον τραβούσε η γυναίκα του πίσω. Άλλα πράγματα ήθελε από τη ζωή του. Δεν ήθελε να έχει παντρευτεί, ήθελε να πάει στον ένοπλο αγώνα. Ο άντρας μου, ο Γιώργος ο Χειμωνάς, μου τα έδειχνε πριν δημοσιευτούν. Αλλά σαν τελειωμένα. Εγώ τα έδειχνα στον Γιώργο. Ήθελα τη γνώμη του. Μου έλεγε πάντα ότι ήταν ωραία, πράγμα που δεν ξέρω καθόλου αν ήταν αλήθεια.
Ήθελα να γίνω γνωστή. Όχι μετά μανίας, αλλά ήθελα. Να, βλέπετε, είμαι ειλικρινής. Τον Χειμωνά δεν τον ζήλευα καθόλου. Ποτέ. Ούτε εγώ, ούτε αυτός. Τον θαύμαζα. Ήταν εξαιρετικός. Η σωστή λέξη είναι αεικίνητος. Τον γνώρισα σχεδόν ταυτόχρονα με το έργο του. Είχα διαβάσει ένα νεανικό του, τον Πεισίστρατο, αλλά φαινόταν όλο το ταλέντο του. Δεν το κατάλαβα και πολύ. Όλα τα έργα του ήταν εξαιρετικά. Και ο θαυμασμός μου εμένα ήταν αληθινός και όχι επειδή ήταν κι ένας κούκλος. Δεν θυμάμαι να τον έχω βάλει σε κάποιο θεατρικό, επειδή απλά μπορεί να τον έχω βάλει και σε όλα. Ο Θανάσης, από την άλλη, δεν διάβαζε καθόλου. Όλη την ώρα στην τηλεόραση. Και με τον Ολυμπιακό. Ήμουν κι εγώ Ολυμπιακός, παρακολουθούσα πολύ την ομάδα και θύμωνα και με όσους δεν ήταν Ολυμπιακοί.
Είχα άγχος για τη δουλειά μου, αλλά είναι πιο εύκολο να είσαι απλός στη ζωή παρά στο γράψιμο. Αφιερωνόμουν πολύ σε αυτό. Αλλά έγραφα γρήγορα. Πολύ το γούσταρα. Οι λέξεις είναι ωραίες. Δεν με δυσκόλεψε κανένα έργο. Πήγαινε σερί το γράψιμο. Την Παρέλαση την έγραψα αμέσως. Είχε δύο μονόπρακτα ο Κουν που δεν του πήγαιναν και μου είπε «γράψε μου ένα έργο». Γύρισα σπίτι και το έγραψα σ’ ένα βράδυ. Τώρα μου έρχονται ιδέες, αλλά τις διώχνω. Άλλοτε τις περίμενα να έρθουν, τώρα μου έρχονται χωρίς να τις αποζητώ.
Στις πρόβες πήγαινα, αλλά όχι με πάθος. Ντρεπόμουν. Οι παρεμβάσεις μου ήταν μυστικές και μόνο στον σκηνοθέτη. Αν είχα πολύ θάρρος, στον ηθοποιό. Αλλά πολύ διακριτικά. Ήθελα πάρα πολύ να γίνουν αυτές οι αλλαγές, αλλά δεν επέμενα. Ήμουν φρόνιμη. O Koυν με ρωτούσε πάντα και μόλις του έλεγα κάτι, ορμούσε στους ηθοποιούς. «Κάνε το αλλιώς, ηλίθιε». Ήταν πολύ αγχώδης, αλλά είχε ένα άγχος που πήγαινε μαζί με τη ζωή του. Συνεχώς σκεφτόταν το έργο που έκανε εκείνη την ώρα. Τίποτε άλλο. Τουλάχιστον όταν ήταν μαζί μου. Με τους δικούς του, δεν ξέρω.
Οι χαρακτήρες που με τραβούσαν ήταν αυτοί που στο τέλος σκοτώνονταν. Εγώ τους κάνω υπερβολικούς τους Έλληνες. Δεν είναι. Είναι αδικημένος λαός. Όσο και αν τη χτυπάω μέσα από τα έργα μου, είμαι υπέρ της Ελλάδας.
Παρά τα όσα γίνονται, δεν νιώθω την ανάγκη να πω κάτι. Η πολιτική, όπως και στα έργα μου, γίνεται ενώ εμείς ζούμε την καθημερινή μας ζωή. Την παράγουμε κι εμείς, ακολουθώντας τη σειρά. Δεν ψάχνω να βρω τις αιτίες πια που συμβαίνουν τα πράγματα. Παλιά έψαχνα. Και τσακωνόμουν για την πολιτική. Σήμερα, ας πούμε, δεν νομίζω ότι έγιναν λάθη όσον αφορά τον Εμφύλιο. Αυτό που έγινε τώρα είναι λάθος. Θα σας πω την άποψή μου λιγάκι χονδροειδώς. Πιστεύω ότι όλες οι πληγές του παρελθόντος πέρασαν. Αυτό που δεν θα περάσει είναι αυτό που γίνεται με το Μνημόνιο.
Ήθελα να παίξω στο "Ο ουρανός κατακόκκινος". Αλλά θα ήταν εκκεντρικό νομίζω. Ήταν ιδέα της Μαλβίνας. «Παίξ’ το», μου λέει, «είναι ευκαιρία. Θα χαλάσει κόσμο». Αλλά δεν το έπαιξα. Τώρα μπορεί και να το έχω μετανιώσει που δεν το έκανα.
Θύμωνα με τις κακές κριτικές, για μια μέρα όμως μόνο. Eίχα πάρει μια φορά τον Γεωργουσόπουλο τηλέφωνο και μου είχε πει «α, εσείς είστε, αριστούργημα το έργο σας» κ.λ.π. και του απαντώ, «μα, πώς γίνεται, αφού εσείς το βρίζετε». Είναι περίεργοι άνθρωποι οι κριτικοί. Δεν πιστεύω σε αυτούς. Περισσότερο, δηλαδή, απ’ ό,τι πιστεύω στους ανθρώπους.
Έχω να δω έργο μου δέκα χρόνια. Δεν έχω καμιά περιέργεια. Μου έχει φύγει πια. Όχι, ούτε στο θέατρο, ούτε πουθενά. Δεν θέλω να βγαίνω έξω. Παλιά έβγαινα κάθε βράδυ. Εδώ, στο Κολωνάκι. Σινεμά στο Έμπασσυ, καθόμουν με τις ώρες στη Βιβλιοθήκη. Είναι ένα καφέ όπου τρώει και πίνει κανείς. Πάνε τσόκαρα, πάνε καθηγήτριες, πάνε όλοι. Τελευταία φορά βγήκα πριν από τρία χρόνια, να πάω στον οδοντογιατρό. Μου αρέσει εδώ που κάθομαι. Έρχονται εδώ άνθρωποι που θέλω, που έχω κάτι να συζητήσω μαζί τους. Βλέπω τηλεόραση, αλλά δεν διακρίνω τα γράμματα. Πολλά ελληνικά έργα, συζητήσεις και ειδήσεις. Ευτυχώς που δεν πάω θέατρο πια. Μαρτύριο είναι το θέατρο. Μαρτύριο, επειδή γράφω θέατρο.
Ό,τι ώρα θέλω ξυπνάω, ό,τι ώρα θέλω κοιμάμαι. Ό,τι θέλω κάνω. Κάνω έναν περίεργο ύπνο, που είναι ταυτόχρονα ελαφρύς και βαθύς. Βλέπω φοβερά όνειρα. Αυτό είναι το μόνο ανεξήγητο. Βλέπω όνειρα τα οποία δεν έβλεπα παλιά. Πρόσωπα περίεργα, δρόμους περίεργους. Τρομερούς, μεγάλους δρόμους που ξαφνικά στενεύουν και στη στροφή βλέπω μία τρομερή μορφή. Αλλά ξυπνάω πολύ ήσυχη. Ξανακοιμάμαι και ξαναβλέπω το ίδιο όνειρο να συνεχίζεται. Αλλά αυτό δεν γινόταν ποτέ. Σηκώνομαι, ανάβω το φως, το σβήνω, ξανά το ίδιο όνειρο. Ανεβαίνω σκάλες, σκάλες. Δρόμους. Απαίσιους δρόμους. Σπίτια, το ένα δίπλα στο άλλο κι εγώ να προχωρώ ανάμεσα.
Όλοι με κατηγορούν ότι δεν είμαι νοικοκυρά. Δεν μαγείρεψα ποτέ. Είχα κόμπλεξ με αυτό και το έκρυβα. Ζήλευα, όχι όμως παθολογικά. Δεν νιώθω καθόλου εκκεντρική. Αυτό που ζω τώρα, βέβαια, είναι εκκεντρικό, αλλά εγώ το βρίσκω φυσιολογικό. Επίσης, τι θα πει πνευματικός άνθρωπος; Σαχλαμάρα. Είναι μόνο αυτοί που κάθονται και σκέφτονται ένα μεγάλο πρόβλημα της κοινωνίας ή γενικότερα; Λένε «πνευματικός» και εννοούν από καθηγητές πανεπιστημίου μέχρι τυχάρπαστους ηθοποιούς".

Πηγή: http://www.lifo.gr/mag/features/3165
_________
* (αναφέρει η Βικιπαίδεια)

ΤΟ ΒΗΜΑ του Πολίτη: ΥΠΟΔΙΚΟΣ για συμμετοχή σε παραδικαστικό κύκλωμα ο ...

ΤΟ ΒΗΜΑ του Πολίτη: ΥΠΟΔΙΚΟΣ για συμμετοχή σε παραδικαστικό κύκλωμα ο ...: Δημήτρης Κ. Τζανακάκης ΡΕΘΥΜΝΟ ΥΠΟΔΙΚΟΣ για συμμετοχή σε παραδικαστικό κύκλωμα ο πρόεδρος των συμβολαιογράφων ...

ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ